Αντε πάλι η Μύκονος στούς N.Y.Times…
Η παλιά καλή μου φίλη, γνωστή συγγραφέας και δημοσιογράφος Αγλαϊα Κρεμέζη που ζεί τώρα και κάποια χρόνια μόνιμα πιά στην Τζιά (ή «Κέα» όπως, σωστότερα, προτιμάει η ίδια να την ονομάζει), μού έστειλε ενα link να δω ιδίοις όμασσι τι γράφουν οι New York Times για τον σύγχρονο Ελληνικό παράδεισο που είναι, βέβαια, πάντα, η Μύκονος. (Οποιος ενδιαφέρεται για το πρωτότυπο κάνει ενα κλικ εδω, και βρίσκεται αυτοστιγμή στη πηγή των γεγονότων!) Μεταφράζω λίγο απο το κείμενο του Andrew Ferren που δημοσιεύεται με σημερινή ημερομηνία, δηλαδή 24 Αυγούστου 2008, αφού περιλαμβάνεται στο φύλλο αυτής της Κυριακής που κυκλοφορεί νωρίτερα και έχει βέβαια πολύ μεγάλη κυκλοφορία. «Πρίν λίγα χρόνια», γράφει ο δημοσιογράφος, «η Μύκονος, ενα απο τα πιό δημοφιλή νησιά του Αιγαίου, τα είχε όλα εκτός απο glamour. Οσοι «ξέρανε» θεωρούσανε την Μύκονο πολύ φορτωμένη απο τουρίστες, πολύ ακριβή και πολύ «κλισέ», λίγο λαϊκιά δηλαδή στην καθομιλουμένη! Ομως «μέσα στα λιγοστά πρόσφατα καλοκαίρια ή Μύκονος αντεπετέθη και μεταμορφώθηκε ξανά σ’ έναν απο τούς πιό αγαπημένους παιχνιδότοπους του Ευρωπαϊκου κυρίως jet-set»! (Για το «ΑΡΘΡΟ» της Κυριακής 24 Αυγούστου 2008)
Το άρθρο των N.Y.Times κοσμείται απο μιά φωτογραφία της Ψαρούς (βέβαια) με δεκάδες ακριβά σκάφη στο φόντο και (αυτό είναι το μόνο παράδοξο) όλες τίς πανάκριβα νοικιασμένες ομπρέλλες της κλεισμένες και με την παραλία άδεια απο κόσμο. Ισως ο φωτογράφος να τράβηξε την φωτογραφία πολύ νωρίς το πρωϊ, όταν ακόμα οι ξενύχτηδες τής προηγούμενης νύχτας κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου (ή του αδίκου – ποιός τα μετράει αυτά σήμερα) για νά έχει ενα καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πώς το νησάκι μας αυτό που έχει γίνει πιά ο ομφαλός της τουριστικής Μεσογείου μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά πρός τη δόξα τραβά!
Το πρώτο που προτείνει ο φίλος μας ο Andrew είναι να τρέξουμε για drinks το ηλιοβασίλεμμα στην δυτικότερη παραλία του νησιού, τον Αη-Γιάννη : «Στα 26 του χρόνια ο δεύτερης γενιάς ιδιοκτήτης Νικόλας Ξυδάκης έχει ανεβάσει κάθετα το επίπεδο έχοντας μάλιστα σπουδάσει στην πραγματικά πολύ «elite» ξενοδοχειακή Ακαδημία της Λωζάννης «Les Roches».Εκεί προτείνει να δοκιμάσουμε «saganaki» με 6 ευρώ, μαζί μ’ ενα ποτήρι εξαιρετικά «crispy» Πελλοπονησιάκου chardonnay (3 ευρώ) – κάτω απ’ την πέργκολα με την πλούσια κληματαριά. Μέσα στην Χώρα την εκδίκησή του παίρνει μέσω N.Y.Times το αγαπημένο σε όλους μας «Μαγειριό» (ή “Maerio” εις την διεθνήν), στην «οδο Καλογερά» παρακαλώ, όπου θραύση έκαναν τα «τραγανιστα τηγανητά κολοκυθάκια» (7 ευρώ), το «πλούσιο τζατζίκι με το πολύ αγγουράκι» (4 ευρώ) και οι τριπλονόστιμοι κεφτέδες (9.50 ευρώ).
Θα παρακάμψω τίς συμβουλές για νυχτερινή ζωή για να προλάβω να φτάσω στο σημείο του άρθρου που περισσότερο με ανησύχησε : «Συμβουλές για παραλίες». Το μαχαίρι στην καρδιά μου μπαίνει εκεί που διαβάζω οτι οι N.Y.Times προτείνουνε ανεπιφύλακτα τον Αγιο Σώστη, το πιό αγαπημένο μου μέρος στη Μύκονο και τελευταίο οχυρό όσων σιχαινόμαστε τις λαδωμένες ξαπλώστρες και τίς νταμπαντούμπα μουσικές στη διαπασών! Μαγεύτηκε ο Andrew με την «απο κεί μεριά» και «αποκαλύπτει», λέει, «ενα απο τα πιό καλά κρυμμένα μυστικά του νησιού!». Εκεί, λέει, στον αγιο Σώστη, «με τη μύτη σας θα εντοπίσετε ένα απο τα πιό ειδειλιακά παραλιακά εστιατόρια του πλανήτη ολόκληρου που δεν έχει ούτε ταμπέλα, ούτε τηλέφωνο, ούτε δέχεται «κρατήσεις».
«Θα μαγευτείτε» λέει ο άνθρωπος (και έχει τα χίλια δίκηα). «Σαλάτα φακή με αγγινάρα και πάστα, με τόννο και ντοματίνια μικρά πεντανόστιμα (4 ευρώ), χταποδάκι στη σχάρα ή συγκλονιστικό στήθος κοτόπουλου γεμιστό με φέτα και ντοματούλα ξεραμένη στον ήλιο (16 ευρώ)».
Ενα μέρος μου είχε μείνει στη Μύκονο να κλείνω τα μάτια μου και να το ονειρεύομαι : Ο αγιος Σώστης. Αλλά νά που κατέπλευσε ο Andrew με τίς τεραστιες διεθνείς αναγνωσιμότητες – και ενας άγιος μόνο ξέρει τι θα βρούμε του χρόνου με το καλό μόλις φτάσουμε στην λατρεμμένη μας παραλία!
24/08/2008 17:34 by zardav Posted in Uncategorized | 8 Comments
Τα κεφάλια μέσα, το διάλλειμα τελειώσε!
Εφτασα σπίτι και είμαι κατάκοπος. Απο τη Λαύρα την ώρα που χάραζε εκεί στα βάθη της απένατι ακτής, διακτινίστηκα για άλλη μια φορά στο σπίτι μου. Ποιός Χρόνος μου λέτε τώρα εσείς - και πόσες οι διαστάσεις. Δεν είμαι του τρισδιάστατου. Ούτε του τετραδιάστατου. Του πολυδιάστατου μπορεί. Γι’ αυτό και αποφάσισα μετά απο μια πλούσια μέρα σε σκέψεις και φώς οτι «πολλά ήταν τα ψέμματα που είπαμε ως εδω, ας πούμε και μι’ αλήθεια κι’ ας πέσει στο γιαλό». Καιρός είναι. Το Facebook κατ’ αρχήν κομμένο. Δεν μου κάνει, είναι για άλλου τύπου ανθρώπους με άλλα εργασιακά κυρίως ενδιαφέροντα. Οποιος με θέλει μπορεί να με βρίσκει εδω, στο blog μου. Και εκτός της εκπομπής που ξαναρχίζει την Δευτέρα και θα είναι ενα ευχάριστο διάλλειμα στην καθημερινότητά μου, όλη μου η ενέργεια θα διοχετευθεί τώρα σε κάτι καινούργιο. Κάτι που περπατώντας το βήμα-βήμα, με κόπο, με προσπάθεια, με ελπίδα, με πίστη, με λιοπύρι, με πόνο, με αγωνία, με όλα τα καλά του κόσμου, θα με πάει εκεί που θέλω ― στo εξωκλήσσι εκεί ψηλά, να ευχαριστήσω, να μεταλάβω, να μεταμορφωθώ. Και μετά βλέπουμε. Οπερ σημαίνει «μέσα τα κεφάλια, το διάλλειμα τελείωσε». Οχι πως δεν θ’ ανεβάζω τα ποστάκια μου. Αλλά έβαλα τώρα στόχο, όπως πέρσυ με το «99%», και έτσι θα πορευτώ. Παρασκευή αύριο, Αυγουστος ακόμα ο μήνας, θα κατεβώ στον Σαρωνικό νάμαι κοντά στο γαλάζιο και να το κολυμπάω. Αλλά έχω όρεξη για δουλειά, δεν μπορώ να σας πώ πόσο όρεξη έχω για σοβαρή δουλειά. Δεν περιγράφεται. Είναι καινούργιο. Αυτά εν ολίγοις. Καλό βράδυ, καλό ξημέρωμα, καλό Σαββατοκύριακο!
21/08/2008 20:59 by zardav Posted in Uncategorized | 7 Comments
Μετά την Μεταμόρφωση
Τετάρτη πρωϊ. Πιάσαμε πάλι 20 Αυγούστου. Είμαι στο Μοναστήρι, στην Μεγίστη Λαύρα του Ορους, και αύριο με το καλό επιστρέφω στην Αθήνα. Η φετεινή ανάβαση (αλλά και η κατάβαση που είναι, για μένα, ακόμια πιό δύσκολη) στην κορυφή του Αθωνα όπου τελεστηκε η ολονυχτία για ην Μεταμόρφωση του Σωτήρος και όπου κοινωνήσαμε μέσα στο μικρό, φτωχό εκκλησάκι στα 2033 μέτρα την ώρα που χαραζε κι ’ετοιμαζότανε ο ήλιος να αναδυθεί απο τα βάθη της Ανατολίας απέναντί μας, ήταν η πιό κουραστική και η πιό δύσκολη απο τίς δέκα που έχω επιχειρήσει, αλλά και η πιό πλούσια σε αίσθήσεις, βιώματα, καινούργιες σκέψεις, και άλλα μονοπάτια, εσωτερικά. Για τό «πρακτικό μέρος» της δυσκολίας φταίνε τα 5 κιλά που πήρα στην Αντίπαρο (και τα κουβαλούσα φυσικά σ΄όλο το δρόμο), η απίστευτη ζέστη και ο ανελέητος καυτός ήλιος που βαρούσε κατακούτελα τόσο στην ανάβαση όσο και στην επιστροφή, αλλά, πιστεύω, και το φορτίο του Θανάτου του Γιώργου, του αγαπημένου ξαδέρφου μου, που χτές ήδη έκλεισε τρείς μήνες απουσίας. Ξεκίνησα τα χαράματα της Κυριακής, εξη η ώρα ακριβώς, ενω Μοναχοί και εργάτες φορτώνανε τα 50 περίπου μουλάρια με όλα τα απαραίτητα, τρόφιμα απο το δοχειό, τετζερέδες τεράστιους, σκεύη εκκλησιαστικά και χίλια δυό άλλα που δεν μπορώ βέβαια εδω να απαριθμήσω ― απο χαρτοπετσέττες για χίλια ατομα, μέχρι όλα τα απαραίτητα για να μαγειρευτούνε εκεί πάνω, στην Παναγία που βρίσκεται στα 1.500 μέτρα, πέντε διαφορετικά φαγητά, λαδερά κι’ αλάδωτα γι’ αυτούς που θέλανε να κοινωνήσουν, για εκατοντάδες προσκυνητές και εργάτες Ελληνες, Αλβανούς, Σέρβους, Ρουμάνους, Ρώσσους, Γεωργιαννούς, Γερμανούς, Αυστριακούς, Αμερικάνους, Βούλγαρους – μέχρι και Γιαπωνέζος έφτασε μέχρι εκει πάνω. Ξεκίνησα μόνος δυό ώρες πρίν απ’ τα μουλάρια για να κερδίσω χρόνο νάχω προχωρήσει αρκετά, πρός τα εκεί που έχει δάση και βλάστηση να σε προστατεύσει, πρίν αρχίσει ο ήλιος να καίει. Πρώτος σταθμός βέβαια στα «Καλά νερά» (υπάρχει ενα τραγούδι σε στίχους του Γιώργου Χατζιδάκι-Θεοφανόπουλου και μουσική του Στάμου Σέμση που λέει η Ελλη Πασπαλά μ’ αυτόν τον τίτλο, στον δίσκο «Σε ποιόν Θεο να πιστεψω»). Αφου στο δρόμο έχεις ήδη πιεί τα αποθέματά σου, εκεί ξαναγεμίζεις τα πλαστικά σου μπουκαλάκια με νεράκι παγωμένο κρυστάλλινο και ευεργετικό σαν φάρμακο για «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» που έχεις εκθρέψει ενα χρόνο τώρα μεσα στα σκοτεινά λημέρια της ψυχής σου – αλλά και του σώματος. Βρέχεσαι, πλένεσαι, ανασαίνεις και προχωράς. Πάς για τον Σταυρό όπου ξεκινάνε πιά τα πολύ δύσκολα, απότομη ανηφόρα, πέτρα κοφτερή κάτω που κατρακυλάει κάτω απ΄τα πόδια σου και είναι κουραστική στο περπάτημα αλλά και επικίνδυνη, λιοπύρι απίστευτο και κάθε βήμα μια καινούργια προσπάθεια, σαν να ξεκινάς απ’ την αρχή. Αλλα όπως και στη ζωή, έτσι και σε όλες τις προσπάθειες που έχουν έναν στόχο, παίρνεις δύναμη από μέσα σου, απο γύρω σου, απο τούς ασώματους και τίς καλές σκέψεις που έρχονται και φωλιάζουν ήσυχα στο κεφάλι σου καθυσυχαστικές – και, βέβαια, προχωράς. Κάποια στιγμή, μετα απο πολλές ώρες αγώνα, ίσως έξη, ίσως επτά, φτάνεις στο τελευταίο δάσος που υπάρχει πια στον ανηφορικό σου δρόμο ― απο εκεί και πέρα ξεραϊλα απόλυτη, ούτε σκιές, ούτε νερά, ούτε πλατάνια, ούτε έλατα, ούτε βαλανιδιές αιωνόβιες. Τίποτα. Μόνο πέτρα και κάνας θαμνος ταπεινός και συχνά μυρωδάτος και η σκέψη «θα φτάσω κάποια στιγμή, λίγο ακόμα και θα φτάσω, λίγη ανηφόρα ακόμα, λίγη δύναμη ακόμα, θα τα καταφέρουμε πάλι, θα φτάσουμε εκεί στην κορφή να κοινωνήσουμε, να ευχαριστήσουμε, να πούμε δόξα τω Θεώ για όλα αυτά τα Μυστήρια Του που μυρίζουνε θυμάρι και στάζουνε δάκρυα πολύ συχνά, που ανοίγουνε πληγές και τρέχει αίμα, αλλά είναι παρ’ όλα’ αυτά ιαματικά : Βαθειά ιαματικά και ανεξήγητα». Εφτασα λοιπόν κι’ εγω κάποια στιγμή στο δάσος μου όπου έχω σημαδέψει ενα πλατανι τεράστιο με κάτι ρίζες σαν χοντρα φίδια γύρω-γύρω που σχηματίζουνε ενα σχήμα σαν βαθειά πολυθρόνα-κρεββάτι γεμάτη ξερά φύλλα, όπου και άραξα και κάπνισα μάλιστα κι’ ενα τσιγάρο για τό καλό (κι’ ας μην καπνίζω 25 χρόνια τώρα) και δεν ξέρω αν με πήρε ο ύπνος γιατί περνούσανε κάθε τόσο ορδές τα φορτωμένα μουλάρια και σηκώνανε τεράστια σύννεφα σκονης και περνούσανε και οι άλλοι προσκυνητές ή οι εκδρομείς και οι καλόγεροι και οι εργάτες και δεν μπορείς να πείς οτι την βρίσκεις και απόλυτα την ησυχία σου σ’ εκείνο το σημείο εκείνη την ημέρα, γιατί είναι πέρασμα όσο-νάναι το ωραίο δάσος και κάποια στιγμή μάλιστα μαζεύονται πολλοί και λένε διάφορα οπότε λές κι’ εσύ «Αντε Ζαχαρία, αρον τον κράββατόν σου» και προχώρα στην ανηφόρα να φτάσεις στην Παναγία και τα 1.500 μέτρα υψόμετρο, να στήσεις εκεί την γωνίτσα σου με το sleeping-bag σου και να περιμένεις να δύσει ο ήλιος για να φύγει το λιοπύρι και νάρθει δυνατός και παγωμένος ο άερας, να τυλιχτείς στο πουλόβερ και το μπουφάν σου, να ξαπλώσεις ανάσκελα, να χαζέψεις τ΄αστέρια, όσα φαίνονται με τόσο μεγάλο φεγγάρι. Στο μεταξύ θάχουνε έρθει κι’ οι παππάδες, θα γίνει ο αγιασμός στο εκκλησάκι της Παναγίας, εσπερινός, απόδειπνο, παράκληση, θάχει μαγειρευτεί το φαγητό, αλάδωτο για σένα, και η νύχτα θα πέσει γλυκειά και δροσερή για να φέρει την επόμενη αυγούλα της 18ης, μέρα Δευτέρα. Και η νύχτα ήταν πράγματι γλυκειά. Κάποιο ιερείς και κάποιοι πιστοί κάνανε αγρυπνία και Θεία Λειτουργία μέσα στο ξωκλησι κι΄εγω χωμένος στο sleeping-bag μου τούς ακουγα μέσα στον ύπνο μου και με νανούριζαν τα ψαλτικά και οι φωνές τους. Ξημέρωσε και δεν υπήρχε τίποτα, το νερό το κουβαλημένο με τα μουλάρια δεν είναι βέβαια για να πλυθείς, μόνο για να πιείς, εγω δεν είχα πάρει μαζί μου φαγώσιμα και καφέδες και δεν ξέρω τι, ζήτησα μια φέτα ψωμί κι’ ενα κομμάτι χαλβά του μπακάλη, τα πήρα και ξεκίνησα έτσι τη μέρα μου που απο τίς 8 και μετά τη βαρούσε ο ήλιος αλύπητα και δεν είχες που να σταθείς. Ναί, «δεν είχες στον ήλιο μοίρα», απο εκεί πρεπει να βγαίνει η φράση. Αλλά ώρα την ώρα συνέχισα μετακινούμενος, μοίρα-μοίρα με το μοιρογνωμόνιο κυριολεκτικά, όσο γινότανε έτσι ώστε να με βαράει λιγότερο ο ηλιος. Και κουβέντα την κουβέντα με τούς αγνώστους συμπροσκυνητές και τους καινούργιους γνώριμους όπως ο Γιώργος Σιώπκας που δουλευει δεκαετίες τώρα στο ΚΘΒΕ στην κατασκευή των σκηνικών σαν προϊστάμενος κι’ εχει ζήσει ιστορίες και ιστορίες με τούς πρωταγωνιστές και τους σκηνοθέτες μας στίς κεντρικές σκηνές του ΚΘΒΕ αλλά κα στις περιοδείες, στην Επίδαυρο, στο Ηρώδειο, στίς μεγάλες Αθηναϊκές παραστάσεις του «Εθνικού» που ανέβαιναν στη Θεσσαλονίκη. Τώρα την ίδια δουλειά κάνει ο γυιός του ο Τάσος. Κάναμε παρέα και ανταλλάξαμε ιστορίες και διηγήσεις και γελάσαμε και συγκινηθήκαμε, η Λαμπέτη, η Μελίνα, ο Βολανάκης βέβαια, οι Φωτόπουλοι, η Χατζυαργύρη, ο Χόρν, ποιόν να σου πρωτοθυμηθώ αδερφάκι μου. Και ξαφνικά, μέσα στο πλήθος, κατάκοπος, εξουθενωμένος αλλά πάντα γελαστός, ο φίλος μου ο Γιάννης ο Ολύμπιος που είχε έρθει και πέρσυ με την υπόλοιπη παρέα που τελευταία στιγμή φέτος «ακύρωσε» και δεν τον περίμενα βέβαια μόνο του. Ετσι γίναμε δύο και άλλαξε το σκηνκό ριζικά, δεν ήμουν πιά μόνος μου, ήμουν με τον φίλο μου τον Γιάννη που τον ξέρω κοντά 20 χρόνια τώρα. Κάποια στιγμή το απόφασίσαμε να ξεκινήσουμε για το τελευταίο μέρος της πρώτης φάσης του «αγώνα», την ανάβαση δηλαδή απο τα 1.500 στα 2033 μέτρα της κορφής του Αθωνα όπου βρίσκεται το εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως και όπου θα γινόταν η μεγάλη αγρυπνία. «Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε»; Για να κάνουμε την ανάβαση και πιό ευχάριστη αλλά και πιό ευκολη, τρέξαμε κι΄εμείς στην «προσφορά» του Αλβανού με τα οχτώ μουλάρια που γυρνούσε γύρω-γύρω και διαφίμιζε : «Αλλος τα πράγματά του στην κορυφή; Τελευταία ευκαιρεία, τελευταία διαδρομή για πάνω. Αλλος να δώσει τα πράγματά του και να τα βρεί στην κορυφή;». Ετρεξα αμέσως, έδωσα back-pack με μπουφάν, νερό, σουλουμπάμια, τα φόρτωσε ο δικός μου και μου ζήτησε το πολύ λογικό ποσόν των 10 ευρώ. Πρέπει νάχε φορτώσει τουλάχιστον εκατό μπακ-πάκ πρίν απο μένα. Ετρεξα στον Γιάννη, άρπαξα και τα δικά του, τα φορτωσα κι’ αυτά – κι΄έτσι, κατά τίς εξη, με ήλιο ακόμα αλλά και σκιά γιατί υπήρχαν κάποιοι ορεινοί όγκοι που ήδη είχανε κρύψει τον ήλιο απο κάποιες γωνίες, αρχίσαμε την άνοδο. Ελεγα τον Εσπερινό μου ανεβαίνοντας κι αυτό με βοήθησε να φτάσω στην κορφή χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω. Φτάνοντας πήγαμε στο εκκλησάκι, προσκυνήσαμε και βολευτήκαμε μαζί με κάτι άλλους σε μια γωνιά περιμένοντας την λιτανεία με τον Ηγούμενο της Λαύρας επικεφαλής, να ανέβει ακολυθούμενη απο τούς τελευταίους προσκυνητές για να γίνει ο αγιασμός και ν’ αρχίσει η ολονυχτία. Με το που έπεσε ο ήλιος έπιασε ένας αέρας δυνατός, παγωμένος, απερίγραπτος – θάτανε και εφτα μποφώρια και μείον δύο, μείον πέντε ίσως βαθμούς υπο το μηδέν. Ετσι είναι εκεί πάνω, μόλις δύσει ο ήλιος πλακώνει ψύχος πολικό κι’ ο αέρας που ξυρίζει το πολλαπλασιάζει. Χώθηκα στον σουλουμπάμια με σκουφί, μπουφάν, γάντια, διπλές κάλτσες και με πήρε ο ύπνος μέχρι τίς τρισίμιση που ξύπνησα (το BlackBerry με ξύπνησε), ξύπνησα και τον Γιάννη και προσπάθώντας να μην πατήσουμε πάνω στα κοιμισμένα κορμιά που ήταν παντου απλωμένα, φτάσαμε ως το εκκλησάκι που χωράει-δεν χωράει 15 άτομα. Ο Γιάννης σπρώχτηκε και κατάφερε να χωθεί μέσα (δεν είχε μπουφάν μαζί του και θα ξύλιαζε), εγω τυλιγμένος στα ζεστά, προστατευμένος απο εκατοντάδες άλλα κορμιά σφιχτα ζουπηγμένα τόνα δίπλα στο άλλο, στάθηκα έξω απο την πορτούλα και άκουγα. Ητανε 4 παρά όταν είπε ο π. Προδρομος, ο Γέροντας μου και Ηγούμενος του Μοναστηριού, «Ευλογημένη η βασιλεία….» και άρχισε η Θεία Λειτουργία. Βρέθηκα μπροστά στο δισκοπότηρο σαν μαγεμένος. Στην έξοδο καλόγεροι μας κέρναγαν κάτι καταπληκτικά λουκούμια με καρύδα, φρέσκο γλυκό σταφύλι και τσίπουρο. Το οινόπνευμα εμένα μου είναι απαγορευμένο αλλά δεν τό ζήλεψα καθόλου ― ήμουν ευτυχισμένος. Σιγά-σιγά ξημέρωνε. Ανέβαινε το φώς αδιόρατα σαν νάχε η νύχτα dimmer χωρίς να έχει εμφανιστεί το ίδιο το σώμα του ήλιου απο τα απέναντι παράλια της Μικρασίας. Φώτιζε. Ο Γιάννης ξεκίνησε πρώτος γιατί θαφευγε αυθημερόν απο Αγία Αννα για «έξω», εγω κατέβηκα σιγά-σιγά. Είχα μπροστά μου οχτώ ώρες δρόμου τουλάχιστον για να ξαναφτάσω στην Λαύρα, αλλά τώρα ήταν αλλοιώς ― είχα κοινωνήσει εκει πάνω για άλλη μια φορά : Δεκαεννιά Αυγούστου. Δεκαννιά Μαίου πέθανε Ο Γιώργος. Τρείς μήνες πρίν. Βαρύς χειμώνας αυτός του 2008. Σχεδόν ασήκωτος αν δεν υπήρχε τόση βοήθεια απο παντού : Φίλοι αγαπημένοι με τους οποίους μοιραζόμαστε τόσα και τοσα πράγματα εδω στη ζωή, αλλά και άλλοι φίλοι ασώματοι, που δεν τους εχω δεί ποτε αλλά είναι πάντα και παντού παρόντες και βοηθούν συνέχεια, δωρεάν παρέχοντες τα πάντα, ακαταπάυστως. Η επιστροφή δύσκολη και σε κάποιες στιγμές που ο άνθρωπος ξεχνιέται και γίνεται αχάριστος, μέχρι και απελπιστική! Τα πόδια μου έχουν γίνει όλο πληγές (τάχω πλακώσει στη Bétadine τούς λευκοπλάστες και την τεραμικίνη επιστρέφοντας και προχωράω σαν τις πάπιες, με τα πόδια απλωμένα). Πονάγανε σε κάθε βήμα. Πάλι ο ήλιος να καίει αλύπητα – και τώρα η μεγάλη κόπωση επιβαρυντική έκανε την τρίχα τριχιά. Αλλά δεν είχαμε σοβαρά «κολλήματα». Στο δέντρο «Μου» άραξα ξανά αλλά πλακώσανε δέκα-δέκα μεγάλες παρέες της επιστροφής κι’ εγινε το δάσος αφόρητο κι’ εκεί λιγάκι αναρωτιόμουνα μήπως έχω και κάτι απο Μαρία Αντουανέττα διότι ένοιωθα λιγάκι σαν να μου παραβίαζαν κάπως τον χώρο όλοι αυτοί. Τα δημοκρατικά μου αισθήματα όμως επακράτησαν και μάζεψα τα τσουμπελέκια μου κια προχώρησα. Μέχρι να ξαναφτάσω, κατηφορίζοντας τώρα, το τι τράβηξα ή καρδούλα μου το ξέρει. Βρήκα μια μαγκούρα και στηριζόμουνα αλλά αυτό το rock and roll το όνομα και πράμμα, το «πέτρα που κυλάει», είναι δύσκολο να περιγραφεί ― κινδυνέυεις κάθε στιγμή απο ενα απλό στραβοπάτημα που, πάρα πολύ εύκολα, γίνεται διαστρεμμα ή σπάσιμο ή στραμπούληγμα ή κράμπα (για να πούμε τα πιό απλά). Δεν μου συνέβη τίποτα απολύτως βέβαια κι’ εφτασα στον Σταυρό κι’ εκεί, να πώ την αλήθεια μου, ανάσανα, γιατί απο εκεί και πέρα ξέρεις οτι έχεις εξη-εφτά ώρες δρόμο (με τον δικό μου τον ρυθμό) αλλά τίποτα δεν είναι πιά τραχύ ή απότομο ή επικίνδυνο, όλα είναι ομαλά και κανονικά και, κυρίως, ξέρεις πως οδηγούν βήμα-βήμα στην Μεγίστη Λαύρα, στο κελλί του Αβραάμ, στο καθαρό σου κρεββατάκι που σε περιμένει και, το παραδέχομαι, ήταν απο τίς βασικές μου σκέψεις, τις μεγάλες παρηγορίες μου σ’ όλη τη διαδρομή, στο ντούς! Ναί! Να μπώ κάτω απ’ το ντούς και να λουστώ και να πλυθώ και να βγάλω όλη αυτή τη τσίμπλα και τη μάκα απο πάνω μου και να φορέσω ενα καθαρό σώβρακο κι’ ένα t-shirt που να μυρίζει Soupline. Κάποια στιγμή έφτασα. Δεν ξέρω πώς αλλά έφτασα και μπήκα στο ντούς και έφαγα σαν λυσσασμένος έναν παγωμένο γιαρμά και ξάπλωσα. Δεν κατέβηκα βέβαια στον Εσπερινό και το Απόδειπνο. Ούτε σήμερα στον Ορθρο και τη Θεία Λειτουργία. Εμεινα στο κρεββάτι και εδω, μπροστά στο λαπ-τοπ. Κατά τίς πέντε κατέβηκα στον σημερινό Εσπερινό και την Τράπεζα με τις αλάδωτες φακές (εδω νηστεύουν για τήν Παναγία που θα την γιορτάσουν στις 28 με το δικό μας) και τα λείψανα και το Απόδειπνο και την παράκληση στην Παναγία την Κουκουζέλισσα όπου άναψα πολλά κεράκια και όπου πρεπει να έγραψα πάνω απο εκατό ονόματα «υπερ υγείας». Την χαιρετησα και την Κουκουζέλισσα με τρείς βαθειές μετάνοιες όπως είχα χαιρετήσει εναν-έναν και όλους τούς αγίους στο Καθόλικό πρίν λίγο, (με τον αγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη στο παρεκκλήσι του πρώτον-πρώτον). Μετά πήγα απο τον Γέροντα να τον ευχαριστήσω και να του πώ πως φεύγω αύριο, έγραψα τ΄όνομά μου στο Αρχονταρίκι στον κατάλογο όσων θέλουν να μπούν αύριο στο «πρωϊνό λεωφορείο για Καρυές» και τώρα, σχεδόν δέκα το βράδυ, θα πέσω να κοιμηθώ για να ξυπνήσω 5 νάμαι 7 παρά 15΄πάνω στο ελικοδρόμιο όπου ξεκινά το «λεωφορείο πρός την έξοδο». Εχω πολλά στο κεφάλι μου, αλλά είμαι ελαφρύς και ευτυχισμένος. Είναι μεγάλη ευλογία, μεγάλη εσωτερική έκρηξη φωτός, αυτό το πάνω-κάτω στον Αθωνα κάθε χρόνο τον Αυγουστο. Και του χρόνου νάμαστε γεροί να προχωρήσουμε ενα βήμα παραπέρα. Κάθε βήμα έχει και την σημασία του, είναι μια ολόκληρη αποκάλυψη. Δεν θα πάω κατευθείαν σπίτι. Θα πάω για το Σαββατοκύριακο στον Τάσο και την Μυρένα (οι οποίοι όμως θα λείπουνε) και θα κολυμπάω επι τρείς μέρες στον Σαρωνικό προφανώς αλλαλάζοντας εσωτερικά, βαθύτατα, επαναλαμβανόμενα «Δόξα τω Θεώ»! Καλό μας ξημέρωμα, καλό υπόλοιπο – και όλα πάντα καλά!
20/08/2008 20:50 by zardav Posted in Uncategorized | 5 Comments
Δεκαπεντάυγουστος στην Μεγίστη Λαύρα του Ορους
Παρασκευή 15 Αυγούστου, 4 η ώρα το πρωϊ, λίγο πρίν χτυπήσει το ξυπνητήρι του BlackBerry για να ξυπνήσω να ετοιμαστώ για τα Σπάτα, να προλάβω την Ολυμπιακή στίς 7 για Θεσσαλονίκη, ώστε να προλάβω και το ταχύπλοο καραβάκι «Σοφία» που φεύγει στίς 10.40 για Δάφνη : Ανοίγω τα μάτια μου διστακτικά και νοιώθω σαν να πετάω πάνω σ΄ενα σύννεφο δροσερό, βολικό, αξιαγάπητο. Είναι το βοριαδάκι που φυσάει σχεδόν δυνατά εκείνη την ώρα δημιουργώντας ρευματα μέσα απο τίς ανοιχτές τεράστιες wall-to-wall μπαλκονόπορτές μου που ενώνουν το μικροσκοπικό μου κηπάκι με το μπροστινό μπαλκόνι που δείχνει στο δρόμο. Δεν θέλω να σηκωθώ με τίποτα. Προσπαθώ να συγκρατήσω τα υπέροχα όνειρά μου μην τα χάσω και συγχρόνως λέω «Θα τα ακουρώσω όλα, δεν πάω πουθενά, θα κάτσω εδώ, γιατί να σκαρφαλώνω πάλι 2033 μέτρα μέσα στον καύσωνα φορτωμένος sleeping bags, μπουφάν, παγούρια, σκούφους, γάντια, διπλές μάλλινες κάλτσες για το βράδυ κι΄ένάμιση λίτρο νερό για ιδιωτική χρήση γιατί εκεί πάνω δεν έχει και στο δίνουνε με το σταγονόμετρο κι΄εγω χωρίς δικό μου, προσωπικό πόσιμο νερό, ΔΕΝ μπορώ. Με τίποτα. Αρκετές φορές έχω ανέβει, πάνω απο 10 νομίζω. Του χρόνου με το καλό, αν θέλει ο Θεός βέβαια. Αλλά θα θέλει του χρόνου; Εδω αρχίζω και σπάω, λυγίζουν σιγά-σιγά οι αντιστάσεις και αναθαρεύω : Seize the day! Φέτος με θέλει ακόμα. Ολα είναι έτοιμα. Εισητήρια, ταξί, παρέα, όλα τα απαραίτητα για δυό νύχτες κάτω απο τ΄αστέρια στα 1.500 και στα 2033 μέτρα. Ανασηκωνομαι, πάω ως το μπάνιο, πλένω δόντια, τρώω Becel με Muesli και ξαναπέφτω ξερός. Αλλά στο τέλος πεισματώνω και μπαίνω κάτω απ’ το ντούς, καυτό με δύναμη και μετά παγωμένο, πλένομαι, ντύνομαι, μαζεύω τα τελευταία (ευτυχώς πριν κοιμηθώ τα είχα ετοιμάσει ΟΛΑ), κλείνω το σπίτι, κουβαλάω τα σκουπίδια μέχρι τον κάδο μην πιάσουμε και σκουλήκια εν τη απουσία μας, επιστρέφω για τα μπαγκαζάκια μου, έρχεται το ταξί («ΕΝΟΤΗΤΑ» είναι το σύνθημά μας!) και βρίσκομαι στην ουρά για το Check-in. Τέλεια. Χαζεύω τους δίσκους στο Metropolis και ψιλοζηλεύω που δεν υπάρχει στα ράφια καινούργια δουλειά δικιά μου γι’ αυτό και φεύγω γρήγορα και πάω για εσπρεσσάκι στον «Γρηγόρη». Αγοράζω απο τον «Παπασωτηρίου» το βιβλιαράκι του Mitch Albom που έχει τίτλο «the five people you meet in heaven» (6.50 ευρω παρακαλώ!) και χωρις καλά-καλά να το καταλάβω εχω προωθηθεί στην εξοδο Β-1 και εχω στρογγυλοκαθήσει στην θέση 19 F. Κουρασμένος, δεν λέω, αλλά τα βασικά της πρώτης πράξεως έχουν γίνει. Ο καφές την Ολυμπιακής είναι όπως πάντα νερομπούλι χλιαρό και αχρείαστο, αλλά τον πίνω. Ο φιλος μου ο Βαγγέλης με το ασημένιο του ταξί με περιμένει στην έξοδο. Προχωράμε ακάθεκτοι για Ουρανούπολη κουβαντιάζοντας τα δικά μας που είναι πολλά γιατί είμαστε πιά 20 χρόνια φίλοι, ίσως και παραπάνω, την έχουμε κάνει αυτή τη διαδρομή πάνω απο 100 φορές – και λίγες λέω. Στην Ουρανούπολη πάω στον φίλο μου τον Φαρμακοποιό, άλλη φιλία αυτή, άλλα 15 χρόνια ας πούμε, ψωνίζω τα απαραίτητα, πίνω εσπρεσσάκι ΠΑΛΙ και προχωρώ πρός το «Σοφία» που έχει έρθει. Σε καμμιά ώρα είμαι στην Δάφνη. Περιμένουμε τ μεγάλο καράβι, το «συμβατικό» όπως το λέμε και, όλοι μαζί, φορτωνόμαστε στα δυό γέρικα λεωφορεία που μας ανεβάζουν στις Καρυές. Δώδεκα και κάτι είμαστε εκεί και «Το 7» (πουλμανάκι 16θέσιο Mercedes) θα ξεκινήσει για Λαύρα στή μία. Ευκαιρεία για προσκύνημα στο Αξιον Εστί. Με τα ταχύπλοα και τις παρακάμψεις δεν περνάμε πια τόσο σύχνα απο τίς Καρυές. Η Παναγία εκεί, Δεκαπενταύγουστος σήμερα, με κοιτάει μ’ εκείνη τη ματιά την μητρική που διαπερνά τον χρόνο και την ύλη και καταφέρνει να χαμογελάει αχνά και τρυφερά χωρις να χρειάζεται την ύλη για να το κάνει. Εχει τον δικό της τρόπο. Γράφω ονόματα. Υπέρ Υγείας, καμμιά πενηνταριά μπορεί. Υπέρ αναπάυσεως, με πρώτο τον Γιώργο και δεύτερη την Μαρικούλα μου την Τζιραλίδου που μου ξέφυγε το 2005, όταν εγω ήμουν φυλακή, μαζεύονται καμμιά τριανταριά. Τ΄ακουμπάω εκεί πάνω στο ειδικό επιπλάκι το σκαλιστό, κάνω τρείς βαθειές μετάνοιες και άλλες τρείς μετά και μ΄ενα δάκρυ αληθινό σαν διαμαντάκι, δώρο και χάρισμα ακριβό, πάω και χώνομαι στο «7» που είναι έτοιμο να ξεκινήσει για Λάυρα. Εφτά ευρώ το ναύλο και περίπου μιά ώρα η διαδρομή, δύσκολη και κακοτράχαλη, αλλά και δόξα τω Θεώ να λέμε γιατί εμείς οι παλιοί αυτές τις αποστάσεις τίς κάναμε ή με τα πόδια ή όρθιοι στην καρότσα κάτι φορτηγων που τα λέγανε Unimog σαν τα σφαχτάρια, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον και τρώγοντας στη μούρη όλη τη σκόνη την τόσο λεπτή του χωματόδρομου που μας έκανε μπέζ απο κορφής μέχρι ονύχων και θέλαμε δυό-τρία ντούς να επανέλθουμε. Μόνο που τότε δεν υπήρχαν ντούς, ούτε θερμοσίφωνες βέβαια. Ο πρωτος θερμοσίφωνας που χρησιμοποιήθηκε αρχές του 90 στο κελλι του τον Ιερομόναχου και τώρα Ηουμένου τής Μονής π. Προδρόμου, ήταν με καυσόξυλα. Χώναμε απο κάτω τα ξύλα, γινόταν το ζεστό νερό και ξεβρωμίζαμε μέρα παρα μέρα ας πούμε. Τώρα έχουμε δική μας υδροηλεκτρική μονάδα οικολογικότατη που δημιουργεί ηλεκτρισμό χρησιμοποιώντας τα πολλά νερά που κατεβάινουν ορμητικά απ΄τον Αθωνα. Αρα και οι θερμοσίφωνες και τα πλυντήρια και οι καφετιέρες και τα ψυγεία, όλα γίνανε «νόμιμα» και, πλέον, απαραίτητα. Μη σας τα πολυλογώ, 2 η ώρα ημουνα στο κελλι του Αβραάμ και μόλις πρίν λίγο τακτοποίησα τα πράγματά μου και ετοιμάζομαι να κοιμηθώ λιγάκι γιατί είμαι πτώμα. Εχει πάρα πολλή ζέστη, Πάρα πάρα πολλή ζέστη. Δεν κουνάει φύλλο. Μετά απο 15 μέρες στις Κυκλάδες με ισχυρά μελτεμάκια η διαφορά είναι σκληρή! Εχω πάρει και πέντε κιλά στην Αντίπαρο με την καλοπέραση και τώρα θα τα κουβαλάω στα 2033 θέλω δεν θέλω – να μάθω να φέρομαι. Τι ώρα είναι; Σχεδόν 16.00. Στίς πεντέμιση θα χτυπήσει για εσπερινό. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να πάω. Ισως κατέβω κατ’ ευθείαν αύριο στον Ορθρο. Ωραία είναι εδω στο κελλάκι μου! Κι’ ας έχει ζέστη κι΄ας είναι μικρούλι και παμπάλαιο. Το παράθυρό του βλέπει στον περίβολο της Μονής. Οι περισσότεροι αναπάυονται τώρα. Ησυχία πολλή. Ηρεμία. Γαλήνη. Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος!
15/08/2008 17:21 by zardav Posted in Uncategorized | 12 Comments
Το παιχνίδι με το Χρόνο.
Σήμερα το πρωϊ που ξύπνησα κι’ ανοίγοντας τα μάτια μου συνηδητοποίησα οτι φεύγω απ’ την Αντίπαρο και προχωράω για το καραβάκι που θα με πάει στην Πάρο και το Highspeed που θα με πάει στο Πειραιά, η πρώτη μου σκέψη ήταν η λέξη «Χρόνος». Εκανα ντούς και έφαγα πρωϊνό με τούς φίλους, μάζεψα τα πράγματά μου, χαιρέτησα και είπα «και του χρόνου» - και αμέσως ξαναβρέθηκα μπερδεμένος μέσα σ’ αυτό το εφέυρημα «του Χρόνου» που, όπως λένε οι επιστήμονες, είναι λέει κατασκευή του ανθρώπινου μυαλού και όχι κάτι «απόλυτο» σαν ένας βράχος στη μέση της θάλασσας ας πούμε, ή σαν ενα σπερματοζωάριο. Ο Χρόνος είναι μια αφηρημένη έννοια και κυλάει απο την γέννηση πρός τον θάνατο εντός μας και γύρω μας, σημαδεύοντας φύση και ανθρώπους με διάφορους τρόπους. Είναι μια πολύ δύσκολη έννοια μάλιστα. Εμφανίζεται ως αντικειμενική καθώς το ρολόϊ μετράει δευτερόλεπτα και τα αρθροίζει σε ώρες και μέρες και χρόνια, στην ουσία όμως είναι ανύπαρκτος πραγματικά και σίγουρα μη μετρήσιμος στην βαθύτερη αλήθεια μας. Μια ανάμνηση του 1959 στο δικό μου το μυαλό μπορεί να συνδεθεί άμεσα με αυτή τη στιγμή που ζώ τώρα, αλλά για να το πώ απλούστερα το πρωϊ που επιβιβαστήκαμε με την Ελενα τον Μπάμπη και το Μαράκι σ’ αυτό εδω το Highspeed για να πάμε στην Πάρο κι’ απο εκεί στην Αντίπαρο, δεν απέχει ούτε κλάσμα του δευτερολέπτου απο το τώρα. Βλέπω εναν φίλο απ’ το σχολείο που έχω να τον δώ τρείς δεκαετίες και μ’ έναν κλίκ σαν σφιχτό μοντάζ, πετιέται στο καλάθι των αχρήστων όλο το ενδιάμεσο και εδραιώνεται μια «συνέχεια» άλλης τάξεως στην οποία ο «Χρόνος» δεν παίζει ρόλο αντικειμενικό αλλά καθαρά υποκειμενικό. Γνωρίζεις εναν άνθρωπο και βρίσκεσαι ξαφνικά τόσο κοντά του που είναι σαν να μεγαλώσατε μαζί, σαν να μην υπήρχε «πρίν» στην γνωριμία σας αφού ξαφνικά βρίσκεται να καταλαμβάνει τόσο χώρο μέσα σου όσον δεν μέτρησαν άνθρωποι που τούς ξέρεις αποι τα γεννοφάσκια σου. Και ακόμα περισσότερο : Υπάρχουν στιγμές που νοιώθεις αλαφρύς, χωρίς σχεδόν καθόλου «παρελθόν» στις πλάτες σου – κι’ άλλες που νοιώθεις σαν να γεννήθηκες αιώνες πρίν και κουβαλάς μαζί σου ενα βάρος δυσβάσταχτο, Φαραώ μαζί και Ρίζα του Ιεσσαί, αρχαίος Ελληνας και Βυζαντινός : Ολη η ιστορία της ανθρωπότητας που ούτε κάν την ξέρεις, σε βαραίνει και σε οδηγεί σε συμπεράσματα για τον κονό βίο τον σύγχρονο, τον καθημερινό. Κουβαλάς στην πλάτη σου όλο φορτίο του Ατλαντα και πάς στη δουλειά μετρώντας λεπτά και δευτερόλεπτα που ίσως να «μετρήσουνε» πάρα πολύ στο κλείσιμο μιας συμφωνίας, στην προαγωγή ή την απόλυσή σου : Το άγχος είναι παράγωγο του Χρόνου όπως παράγωγό του είναι και οι περισσότερες αρώστειες και, πάνω απ΄όλα, ο Θάνατος. Οταν συμπληρωθούν κάποιες δεκαετίες παρουσίας σου στον πλανήτη μετρήσιμες σε «Χρόνο», ακόμα και αν είσαι απο τα πιό γερά σκαριά, ακόμα κι’ αν δεν έχεις αρωστήσει ποτέ στη ζωή σου, ο «Χρόνος» σου δείχνει την έξοδο και, ανελέητα, σε σκοτώνει, ταυτίζεται δηλαδή με τον Θάνατο. Ολες αυτές οι σκέψεις και άλλες πολλές βασίζονται στην υπόθεση εργασίας πως ο Χρόνος υπάρχει, έστω σαν ανακάλυψη δική μας. Δική μας ανακάλυψη είναι και η βαρύτητα θα μου πεί κάποιος, αυτό όμως δεν σημαίνει οτι δεν προϋπήρχε πρίν την «ανακαλύψουμε». Η βαρύτητα είναι ενας φυσικός νόμος, είτε τον έχουμε εμείς «εντοπίσει» είτε όχι. Λειτουργεί ερήμην μας. Ο Χρόνος όχι. Χωρίς τον άνθρωπο δεν υπάρχει Χρονος, ο άνθρωπος «δημιουργεί» τον Χρόνο και ζεί μέσα σ’ αυτόν. Η γάτα δεν βιώνει τον χρόνο όπως ο άνθρωπος, ο νόμος της βαρύτητας όμως ισχύει και για εκείνην όσο και για κάθε σώμα με όγκο και βάρος. Αν λοιπόν, σαν υπόθεση εργασίας πάντα, δεχτούμε οτι δεν υπάρχει χρόνος, τότε ξαφνικά και ως δια μαγείας αποκαλύπτονται μπροστά μας πολλές παράλληλες πραγματικότητες που «συμβαίνουν» συγχρόνως. Αν μάλιστα βάλουμε στο παιχνίδι και τον ύπνο με τα όνειρα μαζί με τον γλυκύτατο στίχο του Σταμάτη Σπανουδάκη «Που πάς οταν κοιμάσαι;» (που είναι και ο τίτλος του δίσκου του όπου τραγουδούσε η γυναίκα του, η Ντόρη), μπορούμε πια να υποθέσουμε πως ο καθένας απο μάς «αυτή τη στιγμή» δεν ζεί μόνο «αυτη τη στιγμή» αλλά και πολλές άλλες παράλληλες εκτός της έννοιας του «Χρόνου» που, σίγουρα, βολεύει πολύ απο τη μία, δημιουργεί όμως συγχρόνως και τίς βασικές προϋποθέσεις για την ανθρώπινη δυστυχία, την αρρώστεια και την έννοια του «θανάτου» όπως την έχουμε αποδεχτεί οι περισσότεροι, σαν «τέλος του Χρόνου» δηλαδή και όχι σαν μια απλή φυσική μετάβαση απο μια πραγματικότητα σε μια άλλη παράλληλη, ή σε πολλές άλλες συγχρόνως, όπως συμβαίνει συνεχώς στα όνειρα στα οποία πολύ λίγη σημασία δίνουμε κι’ ας αποτελούν τεράστιο κομμάτι της ζωής μας. Το Highspeed 2 προχωράει και, αν δεν κάνω λάθος βλέπω την Ανδρο δεξιά μου, ή μπορεί και την Τήνο – γιατί είμαι και εντελώς απροσανατόλιστος και αγεωγράφητος ομολογώ. Η τίποτα απ’ τα δύο. Αυριο πάντως τέτοια ώρα, σύμφωνα με την δικτατορία του «Χρόνου» όπως έχει επιβληθεί παγκοσμίως, θα βρίσκομαι με το καλό, ανήμερα της Παναγίας μας, στον Μοναστήρι της Μεγίστης Λαύρας στο Ορος, παρέα με τον φίλο μου τον Μοναχό Αβραάμ και τα πουλάκια του που κελαϊδάνε μαγικά και σε νανουρίζουνε σαν πέφτεις για όνειρα και ύπνο μετά τον Εσπερινό, το Απόδειπνο, την Παράκληση και τίς συναντήσεις με τούς φίλους Μοναχούς που έχεις καιρό να δείς και τους επεθύμησες. Η μπαταρία τελειώνει, πρέπει να κάνω ενα save και να κλείσω το λαπ-τοπ. Με βάση τον συμβατικό «Χρόνο» σε δυό ώρες θάμαι στον Πειραιά και σε τρείς στο σπίτι μου. Θα σας κρατήσω ενήμερους. ΥΓ : Ο συμβατικός Χρόνος επιβεβαιώθηκε. Ολα γίναν «στην ώρα τους», πράγμα που σημαίνει πως είμαστε όλοι καλά κουρδισμένοι σ΄ενα τέμπο συμπαντικό του οποίου έχουμε βρεί τον σφυγμό, το καρδιοχτύπι – και βάσει αυτού πορευόμαστε. Φτιάχνω μπάκ πάκ για Αγιον Ορος και κάνω φασίνα. Ξυρίζομαι και τακτοποιω εκκρεμότητες. Τηλεφωνάω στην Αντίπαρο, την Θεσσαλονίκη, το 38ο χιλιόμετρο Αθηνών-Σουνίου που πρίν λίγο χάζευα απο το καράβι ενω περνούσα ακριβώς μπροστά απ’ το σπίτι με φορά αντίστροφη απο την συνηθισμένη όμως, πρός τον Πειραιά δηλαδή και με τον εαυτό μου στο πέλαγος να αγναντεύει τη στεριά και το σπίτι αντι τον εαυτό μου στο σπίτι να ανγαντεύει τα καράβια που περνάνε. Καλο μας υπόλοιπο λοιπόν. Υπολογίζω πολύ σ’ αυτή την ανάβαση στα 2033 μέτρα κάθε χρόνο και κάθε χρόνο διακαιώνομαι… Στη φωτογραφία βλέπουμε την Παναγία την Κουκουζέλισσα που βρίσκεται στην Ι.Μ.Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Ορους.
14/08/2008 18:49 by zardav Posted in Uncategorized | 4 Comments



